Βασικές θεωρίες μάθησης
Οι συμπεριφοριστικές, γνωστικές και κονστρουκτιβιστικές θεωρίες συμβάλλουν στον σχεδιασμό του υλικού. Οι συμπεριφοριστικές στρατηγικές επικεντρώνονται στην παρατήρηση της συμπεριφοράς, οι γνωστικές αναφέρονται στην επεξεργασία πληροφοριών, ενώ οι κονστρουκτιβιστικές ενισχύουν την κατασκευή νέων ιδεών.
| Συμπεριφοριστική θεωρία: | Γνωστική θεωρία: | Κονστρουκτιβιστική θεωρία: |
| – Επικεντρώνεται στην παρατήρηση της παρατηρήσιμης συμπεριφοράς.
– Μαθησιακή διαδικασία ως αλλαγή στη συμπεριφορά που προκαλείται από εξωτερικούς ερεθισμούς. – Υποδεικνύει ότι οι μαθητές πρέπει να ενημερώνονται για τα αποτελέσματα της μάθησης. |
– Αναφέρεται στο άνοιγμα και την κατανόηση του “μαύρου κουτιού” του νου.
– Βλέπει το μαθητή ως επεξεργαστή πληροφοριών. – Επισημαίνει τη σημασία της μνήμης, του προβληματισμού και της σκέψης στη μάθηση. |
– Κατασκευάζει νέα γνώση βασισμένη στην προηγούμενη εμπειρία του μαθητή.
– Τονίζει τη σημασία της ενεργού συμμετοχής του μαθητή στη διαδικασία μάθησης. – Αναγνωρίζει τον ρόλο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και των εμπειριών.
|
Από παιδαγωγική σκοπιά, ο τρόπος μάθησης διαφέρει από μαθητή σε μαθητή, όπως υποστηρίζουν και οι ποικίλες θεωρίες μάθησης, πράγμα που επηρεάζει αναλόγως και το σχεδιασμό εκπαιδευτικού υλικού.
Συμπεριφοριστική θεωρία:
- βλέπει το μυαλό ως ένα «μαύρο κουτί»
- μια απάντηση σε ένα ερέθισμα μπορεί να παρατηρηθεί ποσοτικά,
- αγνοεί εντελώς την επίδραση των διαδικασιών σκέψης που συμβαίνουν στο μυαλό (Skinner, About behaviorism).
Γνωστική θεωρία:
- “το «μαύρο κουτί» του νου πρέπει να ανοίξει και να κατανοηθεί.
- ο μαθητής αντιμετωπίζεται ως επεξεργαστής πληροφοριών
(Ahmad Alzaghoul, The implication of the learning theories on implementing e-learning courses).
Κονστρουκτιβιστική θεωρία:
- Κατασκευάζει νέα γνώση βασισμένη στην προηγούμενη εμπειρία του μαθητή.
- Τονίζει τη σημασία της ενεργού συμμετοχής του μαθητή στη διαδικασία μάθησης.
- Αναγνωρίζει τον ρόλο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και των εμπειριών.
Κατά τα πρότυπα της θεωρίας του γνωστικισμού κινείται ο Λιοναράκης, όταν αναφέρει “Το γενικό πλαίσιο του διδακτικού υλικού θα πρέπει λοιπόν να απαντήσει σε δύο βασικά ερωτήματα:
- Ποια είναι η προϋπάρχουσα γνώση και ποιες οι προϋπάρχουσες δεξιότητες των σπουδαστών – χρηστών του επιστημονικού αντικειμένου προς ανάπτυξη;
- Ποια είναι η διάσταση και το εύρος ανάπτυξης των νέων γνώσεων και δεξιοτήτων που θα ενσωματωθούν στο διδακτικό υλικό;
