Οι BuzzettoMore και Alade (2006) σημειώνουν, ότι οι μαθητές αντιλαμβάνονται ότι η ηλεκτρονική ανατροφοδότηση είναι: πιο ξεκάθαρη, πιο ευανάγνωστη και κατανοητή, πιο δίκαιη και έχει μεγαλύτερη συνάφεια με την εργασία των μαθητών. Οι τεχνολογίες μάλιστα, όχι μόνο ενισχύουν τη διαδικασία διδασκαλίας και μάθησης, αλλά παρέχουν επίσης δεδομένα, που μπορούν να βοηθήσουν στην ικανοποίηση των στόχων αξιολόγησης (όπως αναφ. στο Costello & Crane, 2013).
Άλλοι ερευνητές, όπως οι Steinweg, Williams και Warren (2006) αναφέρουν, ότι οι προτιμήσεις των μαθητών, όσον αφορά την ηλεκτρονική ανατροφοδότηση ταξινομούνται ως κάτωθι:
- το δακτυλογραφημένο σε έγγραφο
- το χειρόγραφο ψηφιακό αρχείο
- το χειρόγραφο ταχυδρομείο
- τα σχόλια μέσω τηλεφώνου
- τις σχολιασμένες ρουμπρίκες, έως πρόσωπο με πρόσωπο
Όμως η μελέτη τους δεν έλαβε υπόψη πιο πρόσφατες μεθόδους ανάδρασης, όπως ο ήχος και το βίντεο, οι περιοχές αυτές απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση (Costello & Crane, 2013).
Ωστόσο, σύμφωνα με τους Blair κ.α.(2012) οι εκπαιδευόμενοι/ες εκτιμούν την γραπτή ανατροφοδότηση, γιατί μπορούν να ανατρέξουν σε αυτήν όσες φορές το επιθυμούν (όπως αναφ. στο Μπακολουκά, Ιωακειμίδου & Μουζάκης, 2021). Μάλιστα προτιμούν τα σχόλια σε πλαίσιο και εκτιμούν λιγότερο τα σχόλια εντός της εργασίας (Elshaer, Casanova, Freestone, & Calabrese, 2020).
Παράλληλα, εκτιμούν πως η προφορική, άμεση συνομιλία επιτρέπει τη συζήτηση κρίσιμων σημείων και την παροχή περισσότερων διευκρινίσεων. Γι’ αυτό, οι εκπαιδευόμενοι/ες προτιμούν τον συνδυασμό γραπτών σχολίων με προφορική ανατροφοδότηση (Blair et al., 2012 όπως αναφέρεται στο Costello & Crane, 2013).
